en

Αλλαγή γραμμής στην ενεργειακή πολιτική

E1Η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της στο σύνολο της οικονομίας και στο φυσικό περιβάλλον είναι πλέον επιστημονικά ακλόνητες. Το 97,1% των ειδικών επιστημόνων συμφωνεί ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη και η αλλαγή του κλίματος γενικότερα είναι ανθρωπογενείς και οφείλονται στην έκλυση από ανθρώπινες δραστηριότητες μεγάλων ποσοτήτων αερίων, που είναι γνωστά ως αέρια του θερμοκηπίου.

Η χώρα μας ειδικότερα θεωρείται από τις πιο ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή. Μελέτη του ΟΗΕ δείχνει ότι η Ελλάδα – όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος – συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 18 «καυτά» σημεία του πλανήτη, που θα αντιμετωπίσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα. Σε σχετική έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το οικονομικό κόστος απ’ όλες τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής για τη χώρα μας θα ξεπεράσει τα 700 δισ. ευρώ έως το τέλος του αιώνα, ποσό υπερδιπλάσιο του εθνικού μας χρέους το 2009.

Η απειλή της κλιματικής αλλαγής αναγνωρίζεται απ’ όλες τις πολιτικές ηγεσίες του αρμόδιου υπουργείου από το 2009 και μετά, ενώ πρόσφατα η Βουλή των Ελλήνων κύρωσε με πανηγυρικό τρόπο την ιστορική Συμφωνία του Παρισιού. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα λόγια και τα έργα. Παρά την πρωτοφανή οικονομική κρίση και τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, τομέας που ευθύνεται για το 75% των εθνικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τις χειρότερες κλιματικές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατείχε το 2015 την 7η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ των 28, με μείωση εκπομπών της κατά μόλις 6,6% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, τη στιγμή που ο αντίστοιχος μέσος όρος μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για την ΕΕ των 28 ήταν 22,12% την ίδια χρονική περίοδο.

Βασικός υπαίτιος για τις αρνητικές κλιματικές επιδόσεις της χώρας μας είναι ο λιγνίτης, που αποτελούσε έως τώρα τη ραχοκοκαλιά του ενεργειακού μείγματος της χώρας. Η καύση του για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι υπεύθυνη για παραπάνω από το 34% των εθνικών εκπομπών, μερίδιο σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου στην ΕΕ των 28 (18%), σύμφωνα με ανάλυση των επίσημων στοιχείων των κρατών-μελών από το Climate Action Network. Η Ελλάδα κατέχει τη δεύτερη θέση στην ΕΕ των 28 στη συμμετοχή κάρβουνου στις εθνικές εκπομπές, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία και μπροστά ακόμα και από την Πολωνία.

Η επιλογή του λιγνίτη βασίστηκε κυρίως στο γεγονός ότι αποτελούσε μέχρι πρότινος τη φθηνότερη πηγή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αν βέβαια κανείς δεν προσμετρήσει το τεράστιο εξωτερικό κόστος, που σχετίζεται με τις επιπτώσεις της λιγνιτικής δραστηριότητας στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Τα οικονομικά όμως του λιγνίτη ήδη έχουν υποστεί – και θα υποστούν ακόμα – μεγαλύτερη επιβάρυνση στο άμεσο μέλλον, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 στο χρηματιστήριο ρύπων αλλά και της αυστηροποίησης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στις εκπομπές άλλων αερίων ρύπων (διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, μικροσωματίδια, υδράργυρος κ.λπ.), η συμμόρφωση με την οποία επιβάλλει ακριβές αναβαθμίσεις για τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ.

To 2016 και υπό την πίεση των παραπάνω εξελίξεων το μερίδιο του λιγνίτη σημείωσε ιστορικό χαμηλό στην Ελλάδα με 29%, ενώ οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) μαζί με τα μεγάλα υδροηλεκτρικά τον ξεπέρασαν για πρώτη φορά στην ιστορία, καλύπτοντας το 30% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρ’ όλα αυτά, κυβέρνηση και ΔΕΗ επιμένουν στο θνησιγενές λιγνιτικό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής. Η «Πτολεμαΐδα V» είναι μία από τις ελάχιστες υπό κατασκευή λιγνιτικές μονάδες στην ΕΕ, ενώ σχεδιάζεται η κατασκευή και δεύτερης νέας λιγνιτικής μονάδας στη Φλώρινα!

Αν η χώρα θέλει να συνεισφέρει με έργα – και όχι μόνο με λόγια – στην παγκόσμια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η ματαίωση κάθε σχεδίου για νέες λιγνιτικές μονάδες είναι επιβεβλημένη. Αποτελεί όμως και απαραίτητη προϋπόθεση οικονομικής επιβίωσης της ΔΕΗ και διατήρησης του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές σε ανεκτά επίπεδα.

* Υπεύθυνος Τομέα Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής, WWF Ελλάς

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα», τον Αύγουστο ’17.